Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Ομιλία Λίτσας Χαραλάμπους για την ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας (20.09.2009)

«Οι νεκροί περιμένουν»

 Τη σημερινή μου αναφορά καταθέτω, σαν θυμίαμα, στη μνήμη των 100.000 σφαγιασθέντων από τους Τούρκους. Όλων εκείνων των ξεριζωμένων από τον βασανισμένο χώρο της Μικρασίας και στον αγαπημένο μου πατέρα, που πριν 21 χρόνια άφησε την τελευταία του πνοή από συγκίνηση, μόλις φίλησε τα άγια χώματα της Σμύρνης.
Έχοντας όνειρο ζωής, πριν κλείσει τα μάτια του, να επισκεφτεί το χώρο που γεννήθηκε, να αντικρύσει το μεγάλο ρολόι της γειτονιάς του και να προσκυνήσει τα χώματα της λατρευτής του μαρτυρικής πατρίδας, έπαθε ανακοπή με αποτέλεσμα να τον μεταφέρουμε, νεκρό πια, στη δεύτερη πατρίδα του την Ερμούπολη.
Εδώ, που ήλθε πρόσφυγας – βίαια εκπατρισμένος- σε ηλικία 9 ετών για να εργαστεί, να δημιουργήσει οικογένεια και να αναπαυτεί για πάντα.
 87 χρόνια πέρασαν, από τότε που ο Ελληνισμός ξεριζώθηκε από τον ευλογημένο τόπο της Μικρασίας. Θα κάνουμε ένα μικρό προσκύνημα σήμερα στην αβάσταχτη σιωπή των δραματικών σελίδων της ιστορίας μας, των γεμάτων από τις οιμωγές των ξεριζωμένων της Τουρκικής θηριωδίας. Της μεγαλύτερης τραγωδίας του Ελληνισμού.
Έρχονται στη μνήμη οι μπροστάρηδες που μας γέννησαν και πάτησαν σε τούτα τα χώματα μετά το διωγμό από την αρχαία τους πατρίδα. Οι πληγές της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν έκλεισαν. Αιμορραγούν. Και πρέπει να αιμορραγούν, γιατί οι μνήμες δεν σβήνουν.
Οφείλουν να υπάρχουν και να δίνεται τόση έμφαση, όση πρέπει, έτσι ώστε στις νεότερες γενιές να υπάρχει ιστορική γνώση, τέτοια που να επηρεάζει τη σύγχρονη Ελληνική ταυτότητα.
 Η ιστορία της Μικράς Ασίας δεν είναι μόνο μια ιστορία απώλειας και πένθους για τις χαμένες πατρίδες, αλλά μια ιστορία δυναμισμού και αυτοδημιουργίας. Πρόσφυγας ο καημός πρέπει να κρατά της μνήμης τα θυμιατήρια, γιατί πλέον εκεί σήμερα δεν ακούγεται Ελληνική γλώσσα και οι εκκλησιές έχουν χορταριάσει.
Ένα μικρό αφιέρωμα στο ηρωικό, δραματικό και, τελικά, τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας, που έκλεισε με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης, αφήνοντας την Ελλάδα να αποσυρθεί για να επουλώσει τις πληγές της.
Το 1919 ο Ελληνικός Στρατός μπήκε στη Σμύρνη. Όλοι δάκρυσαν ευτυχισμένοι. Τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1922 Στρατός και Λαός κατακρεουργήθηκαν με μια αγριότητα που δεν ξαναφάνηκε στην ιστορία του αιώνα που πέρασε.
Η φρίκη του ανθρώπου που καίει, σφάζει και βιάζει, πιστεύοντας ότι έτσι ξεριζώνει το… θεό, είναι ανάγλυφη. «Ο Κεμάλ γιόρτασε το θρίαμβό του με τη μεταβολή της Σμύρνης σε τέφρα και την τεράστια σφαγή του εκεί χριστιανικού πληθυσμού», έγραψε στα απομνημονεύματά του ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Η σφαγή της Σμύρνης συγκλόνισε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο.
Το Γένος δεν έχασε τότε απλώς ένα τμήμα του, αλλά -στην κυριολεξία- απώλεσε τον μισό εαυτό του. Σε όλες τις εποχές της ιστορίας μας, η Μ. Ασία αποτελούσε το ένα από τα δύο βάθρα του Ελληνισμού.
Μετά το 1922, έχει μείνει το ένα μόνο βάθρο, η κυρίως Ελλάδα, και γι’ αυτό χωλαίνουμε. Σε ένα σύντομο κείμενο όπως αυτό, δεν μπορούν να γίνουν αναφορές στα αίτια της Καταστροφής και στις συνέπειές της.
Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι, ότι όλοι οι Δυτικοί «Σύμμαχοι» (Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί) στήριξαν τον Κεμάλ, τον σφαγέα του Μικρασιατικού Ελληνισμού για δύο λόγους.
Πρώτον, επειδή η Ελλάδα με την προσάρτηση τής Μ. Ασίας θα ανερχόταν αμέσως σε μεγάλη δύναμη, πράγμα που δεν συνέφερε καμία από τις Μ. Δυνάμεις.
Δεύτερον, επειδή από εκείνη την εποχή ήθελαν η Τουρκία να αποτελεί, όπως συμβαίνει και σήμερα, τον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στον Δυτικό Κόσμο και στο Ισλάμ.
Πέραν όμως από αυτά, σε βάρος των Μικρασιατών προσφύγων, δεν έγιναν μόνο οι τουρκικές φρικαλεότητες, αλλά και δύο βασικότατες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Διεθνή Κοινότητα. Οι Έλληνες της Μ. Ασίας υποχρεώθηκαν σε ανταλλαγή.
Άρα, αναγκάστηκαν να φύγουν από τη Μ. Ασία, σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν στη Λωζάννη.
Η παραμονή σε έναν οποιονδήποτε τόπο είναι, αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου, σύμφωνα με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά τα έχει καθορίσει ο δυτικός κόσμος. Αλλά ακόμη χειρότερα, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα τους, όταν υπό την πίεση των Μ. Δυνάμεων, το 1930, η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά χάρισε στο στρατοκρατικό κεμαλικό δημόσιο τις περιουσίες τουλάχιστον ενάμιση εκατομμυρίου Μικρασιατών Ελλήνων.
Η επαίσχυντη αυτή συμφωνία αποτελεί μοναδικό παράδειγμα παγκοσμίως απροκάλυπτης ληστείας, που έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση της Κοινωνίας των Εθνών.
Έτσι, σήμερα, η Τουρκική «Δημοκρατία» ―δικτατορία στην πραγματικότητα― βρίσκεται στα πρόθυρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα δικά μας χρήματα.
Εάν η Τουρκία είχε πληρώσει τις περιουσίες των προσφύγων, αυτή τη στιγμή θα βρισκόταν στην οικονομική κατάσταση του Αφγανιστάν.
Υπάρχουν μαρτυρίες συγκλονιστικές, που πιστοποιούν την ύπαρξη του Μικρασιατικού Ολοκαυτώματος. Τυχαία επιλέξαμε τις αναμνήσεις της Ελένης Καραντώνη από το Μπουρνάμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σμύρνης.
«..Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ’ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο. Έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι .
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ’ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους.
Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια.
Το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου… Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του, το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό.
Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;
Τρέμαν ακόμα απ’ το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν.
Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε.
Μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ΄ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους.
Κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές…. Κι είπαν: «Περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως- όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας.
Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί, το νερό και τ΄ αλάτι. Τόσοι ήταν, ενάμισι εκατομμύριο ρωμιοί Μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.
Ψάχναν για τον αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ, το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν απ’ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο, τον υπολογιστή, το διπλοπρόσωπο, τον σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….»
Τα λόγια της Διδώς Σωτηρίου, τα τυπωμένα πάνω στο βιβλίο της καταύγασαν στην ψυχή μας φως ελληνικό, μέσα από την αυτούσια μαρτυρία του μαρτυρίου των αδελφών Ελλήνων.
Η μνήμη, μαζί με της μοίρας τον ανείπωτο ξεριζωμό, ταξίδεψε η καρδιά της Μικράς Ασίας σταυρωμένη. Η συγγραφέας δίνει με έξοχη δύναμη αναπαράστασης τον επιθανάτιο σπασμό της φλεγόμενης πόλης…. «Φωτιά… φωτιά. Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη…
Η φωτιά, απλωνόταν παντού, ντουμάνιασε ο ουρανός, μαύρα σύννεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το ένα με τ’ άλλο.
Κόσμος.., Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο αρχίνησε να τρέχει απ’ όλα τα στενοσόκακα και να ξεχύνεται στη παραλία σαν μαύρο ποτάμι. ..Σφαγή, σφαγή, Παναγιά βοήθα, Τούρκοι, μας σφάζουν, Έλεος! .. Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας, γκρέμισε η Σμύρνη μας, γκρέμισε η ζωή μας, η καρδιά τρομαγμένο πουλί δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλυτής, άδραξε στα νύχια του και τα αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο.
Δε φοβάσαι τον θάνατο. Φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα.. τσαλαπατά την ανθρωπιά, αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσα με την καρδιά.
Λέει: «Γονάτισε γκιαούρη»! και γονατίζει. «Ξεγυμνώσου»! και ξεγυμνώνεται. «Χόρεψε»! Και χορεύει. «Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου»! Και τη φτύνει. «Απαρνήσου την πίστη σου»! και την απαρνιέται.
«Αχ ο τρόμος, όποια γλώσσα και αν μιλάς λόγια δε θα βρεις να τον περιγράψεις. Τι κάνουν λοιπόν οι προστάτες μας; Τι να κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες και οι προξένοι της Αντάντ, στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια και τραβούσανε ταινίες στη σφαγή και τον εξολοθρευμό μας, μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζουν εμβατήρια και τραγούδια της χαράς για να μην φτάνουν ίσα με τα αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης.
Και να ξέρει κανείς πως μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα εκείνα τα μαινόμενα πλήθη. Και η κανονιά δε ρίχτηκε. Και η εντολή δε δόθηκε».
Η πυρπόληση της Σμύρνης, η ανηλεής σφαγή, το ομαδικό ξερίζωμα και η τραγική έξοδος των Ελλήνων από τις προγονικές τους εστίες αποτελούν τις δραματικότερες σελίδες της ιστορίας του έθνους.
Μοιραίος ο Αύγουστος του 1922 για την Ελλάδα.
Οι αγαπημένες πατρίδες έγιναν πεδία ενός απηνούς διωγμού των Ελλήνων. Ματώθηκαν τα χώματα. Βαλσάμωσαν οι μαρτυρίες.
Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922. Τη σφαγή Ελλήνων και Αρμενίων. Και όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες στιγμές του πολέμου. Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Η συμφορά της Μικράς Ασίας ήταν και παραμένει συγκλονιστική.
Στάθηκε μοιραία για την πορεία του έθνους. Μονοπώλησε τον πόνο. Κι όμως, είναι ένα μόνο κομμάτι που στάθηκε τεράστιος ογκόλιθος σε ένα μακρόπνοο προσεκτικά οργανωμένο τέλειο έγκλημα. Ξεκίνησε με τον πρώτο διωγμό του 1914 και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922. Ήταν ένας μεθοδευμένος διωγμός.
Κάθε μια από τις καταθέσεις των τραγικών θυμάτων, είναι και μια συγκλονιστική ιστορία, κάθε μαρτυρία, κάθε σελίδα, κάθε γραμμή.
Η πιο τραγική αλήθεια, στη γενοκτονία των Ελλήνων, είναι η συμμετοχή του πληθυσμού. Και το πιο καλά μελετημένο σχέδιο δε θα μπορούσε να επιτύχει χωρίς τον φανατισμό των απλών χωριανών Τούρκων. Άνθρωποι που έζησαν αιώνες μαζί με τους χριστιανούς, απλοί χωρικοί που χρωστούσαν τόσα πολλά σ’ αυτούς τους συντοπίτες τους, στράφηκαν εναντίον τους. Στάθηκαν αρκετές λίγες μέρες για να αφιονιστούν και να γίνουν οι πιο σκληροί διώκτες των χριστιανών.
Σκύψαμε σήμερα για λίγο στον ξεριζωμένο Μικρασιατικό Ελληνισμό. Ακουμπήσαμε με αγάπη και πόνο το αυτί στην καρδιά του για να κρατήσουν οι θύμισες, όπως το εικονοστάσι τα βάγια και τα στέφανα. Η ψυχή εκείνων των πατρίδων είμαστε εμείς πλέον, που πιστεύουμε ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι». «Οι νεκροί περιμένουν» υπενθυμίζει η Διδώ Σωτηρίου. Αρκεί να πρωτοπορούμε στην αφύπνιση των συνειδήσεων.
Δεν ξεχνούμε την μαρμαρωμένη πατρίδα της Ανατολής. Ζει ακόμη ανάμεσά μας. Εμείς είμαστε τα παιδιά της.
Οι πατέρες μας, οι παππούδες μας μπόλιασαν το 1922 την παλιά Ελλάδα με νέα Ελλάδα σε αναζήτηση της ελπίδας. Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους τη ζωντάνια, την ενεργητικότητα, την έφεση για πρόοδο και δημιουργία. Μην ξεχνάμε. Με το πλούσιο δυναμικό τους έδωσαν νέα πνοή στην οικονομία της χώρας, στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες.
Έφεραν μαζί τους τη λάμψη, την αξιοσύνη, την αξιοπρέπεια, την αξιοπιστία, την προκοπή μιας ζωντανής πολύχρονης ελληνικής παρουσίας. Μέσα στη φτώχεια των πρώτων χρόνων της προσφυγιάς, εδώ στην Ελλάδα αγωνίστηκαν για να ανασυντάξουν τη ζωή και το βιός τους, καρτερικά, χωρίς μεμψιμοιρίες. Και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ πρόσφυγες δεν έγιναν επαίτες.
Στους καπνούς και τα χαλάσματα αυτής της μεγάλης διαδρομής του παρελθόντος η ιστορία κατέγραψε την παρουσία προσωπικοτήτων.
Το απόγευμα της 5ης Δεκεμβρίου του 1922, έκλεισε η αυλαία της Μικρασιατικής καταστροφής. Ούτε ένας έλληνας στρατιώτης δεν πατούσε πια στην πάτρια γη.
Οι φλόγες και η οσμή του αίματος, είχαν αντικαταστήσει την θαλάσσια αύρα του Αιγαίου, που χάιδευε από χιλιάδες χρόνια την όμορφη Σμύρνη, όπου ακουμπούσε πάνω της η ίδια η Ελλάδα.
Όμως εμείς, εμείς όλοι που νιώθουμε ότι είμαστε η συνέχεια αυτής της μεγάλης ιστορίας, όπως και όλοι οι γνωστοί πατριώτες, ανεξάρτητα από περιοχή καταγωγής, θεωρούμε ότι η ιστορική μνήμη έχει Εθνικό χρέος. Όπου και αν βρισκόμαστε, η Μικρασία μας πληγώνει. Στη σκέψη και την καρδιά μας υπάρχουν πάντα αυτές οι αλησμόνητες και, όχι, χαμένες πατρίδες.
Η χώρα μας, ο λαός μας, μόνο όταν γνωρίσει καλά την ιστορία του, τις ρίζες του, μπορεί να ελπίζει ότι δε θα υπάρξουν άλλες τέτοιες αλησμόνητες πατρίδες. Γιατί πιστεύουμε και θα το ξαναπούμε. «Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι».

Λίτσα Χαραλάμπους

Η ανωτέρω ομιλία της κ.Χαραλάμπους στάθηκε αφορμή ώστε μια ομάδα δεύτερης και τρίτης γενιάς Μικρασιατών να αποφασίσουν -έστω και με αρκετές δεκαετίες καθυστέρηση- να ιδρύσουν το Σύλλογο Μικρασιατών Ερμούπολης Σύρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου